
Βιομηχανικό ρεύμα: Οι ωφελημένοι, οι αντιδράσεις και ο λογαριασμός
Oι μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες αναδεικνύονται στους βασικούς ωφελημένους των μέτρων στήριξης για το υψηλό ενεργειακό κόστος που ανακοίνωσε τη Δευτέρα η κυβέρνηση, καθώς ο νέος, υψηλότερος συντελεστής αντιστάθμισης κόστους άνθρακα για την περίοδο 2026-2030 «ξεκλειδώνει» επιπλέον χρηματοδότηση για τον ίδιο αριθμό των 40-50 μεγαλύτερων βιομηχανικών καταναλωτών της χώρας.
Πρόκειται για καταναλωτές που αναμένεται να ωφεληθούν και από τη μείωση κατά 50% των χρεώσεων ΥΚΩ, μέτρο που αφορά περίπου 23.000 επιχειρήσεις, ενώ στο πακέτο προστίθεται και ένα τρίτο σκέλος, που αφορά επενδύσεις ύψους 200 εκατ. ευρώ για δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας και εκσυγχρονισμού της παραγωγής.
Οι δύο πυλώνες άμεσης στήριξης
Αναλυτικά, σύμφωνα με τα μέτρα που ανακοίνωσαν τη Δευτέρα οι υπουργοί Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, καθώς και ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, η κυβερνητική δέσμη για το βιομηχανικό ρεύμα στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες άμεσης ελάφρυνσης και σε έναν τρίτο, επενδυτικό άξονα.
Ο πρώτος πυλώνας αφορά την αντιστάθμιση εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, δηλαδή τον μηχανισμό μέσω του οποίου επιστρέφεται στις ενεργοβόρες βιομηχανίες μέρος του κόστους ρύπων που ενσωματώνεται στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για τον βασικό πυλώνα στήριξης, καθώς από τα περίπου 100 εκατ. ευρώ ετησίως, τα 75 εκατ. ευρώ κατευθύνονται στην αντιστάθμιση CO2.
Στην Ελλάδα, ο σχετικός συντελεστής ήταν στο 0,73 έως το 2025 και προβλεπόταν να μειωθεί στο 0,58, λόγω απολιγνιτοποίησης, κάτι που θα οδηγούσε σε σταδιακή μείωση της στήριξης. Ωστόσο, μετά από διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των οποίων η Αθήνα επικαλέστηκε και την ενιαία λειτουργία της αγοράς στη νοτιοανατολική Ευρώπη που έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να επιβαρύνεται από το κόστος άνθρακα χωρών με υψηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα στην ηλεκτροπαραγωγή, ο συντελεστής αυξάνεται στο 0,82 για την περίοδο 2026-2030, διασφαλίζοντας υψηλότερη ενίσχυση. Το πρόσθετο όφελος εκτιμάται σε περίπου 75 εκατ. ευρώ ετησίως.
Πρόκειται στην πράξη για μια παρέμβαση που ενισχύει τον υφιστάμενο μηχανισμό, «κλειδώνοντας» πιο ευνοϊκούς όρους στήριξης για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες κατά την επόμενη πενταετία.
Τι αλλάζει με τις χρεώσεις ΥΚΩ
Ο δεύτερος πυλώνας του πακέτου αφορά τη μείωση κατά 50% των χρεώσεων ΥΚΩ για τη βιομηχανία, με έναρξη εφαρμογής από την 1η Ιουλίου 2026. Σε αντίθεση με την αντιστάθμιση CO2, που αφορά κυρίως τις πολύ μεγάλες ενεργοβόρες μονάδες, το μέτρο αυτό έχει σαφώς ευρύτερη εμβέλεια, καλύπτοντας περίπου 23.000 καταναλωτές.
Στο τεχνικό σκέλος, οι χρεώσεις μειώνονται στο μισό σε όλες τις κατηγορίες: από 4,14 ευρώ/MWh σε 2,07 ευρώ/MWh για τη Υψηλή Τάση, από 4,14 ευρώ/MWh σε 2,07 ευρώ/MWh για τη Μέση Τάση άνω των 13 GWh, από 6,91 ευρώ/MWh σε 3,45 ευρώ/MWh για τη Μέση Τάση, και από 18,24 ευρώ/MWh σε 9,12 ευρώ/MWh για τη Χαμηλή Τάση.
Η παρέμβαση καλύπτει έτσι όλο το φάσμα της βιομηχανικής κατανάλωσης, από τις μεγάλες έως και τις μικρότερες επιχειρήσεις. Ωστόσο, το συνολικό της αποτύπωμα, περίπου 26 εκατ. ευρώ ετησίως, παραμένει αισθητά μικρότερο σε σχέση με την ενίσχυση μέσω της αντιστάθμισης CO2.
Το επενδυτικό σκέλος
Πέρα από τα μέτρα άμεσης ελάφρυνσης, το κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνει και ένα επενδυτικό σκέλος ύψους 200 εκατ. ευρώ, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί από το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και θα υλοποιηθεί μέσω επιχορηγήσεων.
Σε αντίθεση με τους δύο πρώτους πυλώνες, που στοχεύουν στην άμεση μείωση του κόστους ενέργειας, το συγκεκριμένο πρόγραμμα εστιάζει σε παρεμβάσεις μόνιμου χαρακτήρα, με στόχο τη βελτίωση του ενεργειακού αποτυπώματος και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας. Κεντρική προϋπόθεση είναι ότι κάθε επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να επιτυγχάνει τουλάχιστον 10% εξοικονόμηση ενέργειας.
Στους επιλέξιμους κλάδους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι βιομηχανίες αλουμινίου, χαλκού, σιδήρου, μεταλλικών κατασκευών, τσιμέντου, χαρτιού, ξυλείας και η χημική βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένης της φαρμακοβιομηχανίας. Οι επιλέξιμες παρεμβάσεις καλύπτουν τον εξηλεκτρισμό θερμικών διεργασιών, τον εξηλεκτρισμό βιομηχανικών οχημάτων, την αναβάθμιση εξοπλισμού, τη θερμική αναβάθμιση κτιρίων, την ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας (BESS), καθώς και τη βελτίωση της βιομηχανικής ψύξης.
Η σχετική πρόσκληση αναμένεται τον Ιούνιο, οπότε και θα αποσαφηνιστεί το εύρος των επιλέξιμων δαπανών και οι όροι συμμετοχής στο πρόγραμμα.
ΣΕΒ: Στη σωστή κατεύθυνση τα μέτρα αλλά δεν λύνουν το πρόβλημα
Ως βήματα στη σωστή κατεύθυνση, τα οποία όμως δεν επιλύουν το πρόβλημα, περιέγραψε τα μέτρα για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, σχολιάζοντας τις κυβερνητικές ανακοινώσεις.
Όπως σημείωσε, το βασικό ζήτημα παραμένει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει για τη βιομηχανία ακριβότερο κόστος ενέργειας σε σχέση με πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που συνιστά ένα διαρθρωτικό μειονέκτημα για την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής. «Αν πρέπει να απαντήσω στο ερώτημα αν λύνεται το πρόβλημα με αυτά τα μέτρα, οπωσδήποτε δεν λύνεται», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η σχετική διαπραγμάτευση με το υπουργείο και τις ευρωπαϊκές αρχές διήρκεσε πάνω από επτά μήνες.
Ο ίδιος ανέδειξε και τη διαφορετική επίδραση των μέτρων ανά κατηγορία επιχειρήσεων. Για τις βιομηχανίες που λαμβάνουν αντιστάθμιση διοξειδίου του άνθρακα πρόκειται για ένα αρκετά σημαντικό βήμα, που μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά τους, χωρίς όμως να επιλύει συνολικά το πρόβλημα. Αντίθετα, για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις – τις μεσαίες και μικρότερες μονάδες της μέσης και χαμηλής τάσης – το όφελος είναι πολύ πιο περιορισμένο.
Παράλληλα, ο κ. Θεοδωρόπουλος έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι η συζήτηση με το υπουργείο συνεχίζεται, σημειώνοντας ότι η βιομηχανία έχει ήδη καταθέσει νέες προτάσεις για την περαιτέρω στήριξή της, μεταξύ των οποίων και η διακοψιμότητα, αλλά και άλλες παρεμβάσεις που δεν συνεπάγονται απαραίτητα δημοσιονομική επιβάρυνση.
Σε ό,τι αφορά το επενδυτικό πρόγραμμα των 200 εκατ. ευρώ, υπογράμμισε ότι η αγορά αναμένει την εξειδίκευσή του τον Ιούνιο, προκειμένου να αποσαφηνιστεί το περιεχόμενό του – αν δηλαδή θα αφορά επενδύσεις σε μπαταρίες, εξηλεκτρισμό ή άλλες δράσεις μείωσης του ενεργειακού κόστους και των εκπομπών.
ΣΒΕ: Θετικό πρώτο βήμα, αλλά δεν επαρκεί
Σε παρόμοιο τόνο κινήθηκε και ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), ο οποίος χαρακτήρισε τα μέτρα θετικό πρώτο βήμα, επισημαίνοντας ότι, μετά από μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών επιβαρύνσεων, διαμορφώνεται πλέον ένα πλαίσιο άμεσης ανακούφισης για τις επιχειρήσεις.
Όπως τονίζει, η ενίσχυση της αντιστάθμισης εκπομπών CO2, η μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ και η ενεργοποίηση πόρων μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και είναι ευπρόσδεκτες παρεμβάσεις, καθώς έρχονται σε συνέχεια μιας περιόδου χωρίς ουσιαστικά μέτρα στήριξης.
Ωστόσο, ο ΣΒΕ υπογραμμίζει ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες της βιομηχανίας. Όπως επισημαίνει, παραμένουν βραχυπρόθεσμες και δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα, που είναι το διαρθρωτικά υψηλό ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Στο ίδιο πλαίσιο, η πρόεδρος του ΣΒΕ, Λουκία Σαράντη, τόνισε ότι τα μέτρα είναι μεν προς τη σωστή κατεύθυνση και προτιμότερα από την απουσία παρεμβάσεων, όμως δεν αντανακλούν το μέγεθος της επιβάρυνσης που έχει ήδη υποστεί η βιομηχανία, ούτε δίνουν μακροπρόθεσμη λύση. Όπως υπογράμμισε, η ουσιαστική απάντηση δεν βρίσκεται στην προσωρινή αντιστάθμιση, αλλά στη μόνιμη μείωση του ενεργειακού κόστους, μέσω μιας συνολικής στρατηγικής που θα επιταχύνει τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις και θα αποκαθιστά την ανταγωνιστικότητα της παραγωγής.
Αιχμηρή η ΕΒΙΚΕΝ
Πιο αιχμηρή είναι η τοποθέτηση της Ενωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (ΕΒΙΚΕΝ), με τον πρόεδρό της Αντώνη Κοντολέοντα να επισημαίνει ότι τα μέτρα επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση ενός ήδη υφιστάμενου εργαλείου, της αντιστάθμισης CO2, που εφαρμόζεται από το 2013 και δεν καλύπτει το σύνολο των ενεργοβόρων βιομηχανιών.
Παράλληλα, θέτει ζήτημα ως προς τη βιωσιμότητα της χρηματοδότησης του μηχανισμού, σημειώνοντας ότι η ενισχυμένη αντιστάθμιση προϋποθέτει τη διάθεση πόρων άνω του 25% από τα έσοδα των δικαιωμάτων CO2. Όπως υπογραμμίζει, το 2023 διατέθηκε μόλις 16,2%, ενώ για το 2025 το ποσοστό διαμορφώνεται μέχρι στιγμής στο 20%.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η μείωση των ΥΚΩ δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει το αυξημένο ενεργειακό κόστος για τις βιομηχανίες που δεν λαμβάνουν αντιστάθμιση, οι οποίες αποτελούν και την πλειονότητα των ενεργοβόρων επιχειρήσεων. Υπό αυτή την έννοια, θεωρεί ότι το πακέτο οδηγεί σε άνιση κατανομή της στήριξης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Κοντολέων καλεί την κυβέρνηση να στηρίξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη βελτίωση του πλαισίου CISAF, που αφορά επιδοτήσεις επί των τιμών της αγοράς, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί παράλληλα με την αντιστάθμιση CO2, μέσω της κατάργησης του συμψηφισμού. Όπως υποστηρίζει, μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε να διευρύνει ουσιαστικά την περίμετρο και την αποτελεσματικότητα της στήριξης προς τη βιομηχανία.
imerisia



