
ΚΕΕΕ: Μείωση χρόνου εργασίας χωρίς αύξηση παραγωγικότητας θα επιβαρύνει τις ΜμΕ
Η πρόταση για μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας στις 32 ή 35 ώρες με πλήρεις αποδοχές δεν μπορεί να εφαρμοστεί οριζόντια χωρίς προηγούμενη ενίσχυση της παραγωγικότητας, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, Γιάννη Βουτσινά.
Σε δήλωσή του για την πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Νίκου Ανδρουλάκη, ο κ. Βουτσινάς υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο μέτρο, αν δεν συνοδευτεί από μεταρρυθμίσεις και τεκμηριωμένο σχεδιασμό, θα αυξήσει το κόστος εργασίας και θα επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο πρόεδρος της ΚΕΕΕ αναγνωρίζει ότι η συζήτηση για λιγότερες ώρες εργασίας είναι θεμιτή, αλλά τονίζει πως η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά σε επίπεδο παραγωγικότητας. Επικαλείται στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η χώρα βρίσκεται περίπου στο 46% του μέσου όρου της Ευρωζώνης ως προς το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας και περίπου 30% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλότερα και από τα επίπεδα του 2009.
Στη δήλωσή του, ο κ. Βουτσινάς επισημαίνει ότι η οριζόντια μείωση του ωραρίου με αμετάβλητες αποδοχές θα σήμαινε αύξηση του κόστους χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής. Το βάρος, όπως αναφέρει, θα πέσει κυρίως στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής αγοράς. Για τις επιχειρήσεις αυτές, ένα τέτοιο μέτρο θα δημιουργούσε πρακτικά προβλήματα, όπως αδυναμία κάλυψης ωραρίου και περαιτέρω αύξηση του λειτουργικού κόστους, τη στιγμή που ήδη αντιμετωπίζουν ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό.
Προϋπόθεση οι μεταρρυθμίσεις
Η ΚΕΕΕ δεν απορρίπτει τη συζήτηση για τη μείωση του χρόνου εργασίας, θέτει όμως ως βασική προϋπόθεση να προηγηθούν ουσιαστικές παρεμβάσεις στην παραγωγικότητα. Μεταξύ αυτών αναφέρει τις επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό, την αναβάθμιση δεξιοτήτων, τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και τη διασφάλιση σταθερού επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν αποτελούν «διαρθρωτική αδυναμία» της οικονομίας, αλλά τον βασικό κορμό της πραγματικής οικονομίας.
Ο κ. Βουτσινάς καλεί επίσης τις πολιτικές δυνάμεις να καταθέτουν ολοκληρωμένες προτάσεις με σαφές κόστος και μελέτη επιπτώσεων, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όπως σημειώνει, ο δημόσιος διάλογος για το μέλλον της εργασίας χρειάζεται τεκμηρίωση, ρεαλισμό και εφαρμόσιμες πολιτικές, και όχι συνθήματα.
ot



