
ΚΕΦΙΜ: Η Ελλάδα παραμένει πίσω στην ανταγωνιστικότητα παρά την ανάπτυξη
Παρά τη βελτίωση της οικονομίας και την αύξηση των επενδύσεων, η Ελλάδα συνεχίζει να υποχωρεί στους δείκτες ανταγωνιστικότητας, γραφειοκρατία, brain drain, χρηματοδότηση και επιχειρηματική πολυπλοκότητα να παραμένουν βασικά εμπόδια για την ανάπτυξη.
Η ελληνική οικονομία μπορεί τα τελευταία χρόνια να εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, να έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και να καταγράφει αυξημένες επενδύσεις, ωστόσο εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες στην ανταγωνιστικότητα, οι οποίες περιορίζουν τη δυνατότητα διατηρήσιμης παραγωγικής ανάπτυξης.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα του νέου policy paper του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές», το οποίο καταγράφει την πορεία της Ελλάδας στους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας και αποτυπώνει τις βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Επετηρίδα Ανταγωνιστικότητας του International Institute for Management Development, η Ελλάδα κατατάσσεται το 2025 στην 50ή θέση μεταξύ 69 οικονομιών, υποχωρώντας κατά τρεις θέσεις σε σχέση με το 2024 και κατά τέσσερις θέσεις σε βάθος πενταετίας.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τη μελέτη, δείχνει ότι η δημοσιονομική σταθεροποίηση και η επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας.
Η μεγαλύτερη επιδείνωση καταγράφεται στον τομέα της επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας, όπου η χώρα έχασε εννέα θέσεις μέσα σε έναν χρόνο. Η Ελλάδα κατατάσσεται στην 64η θέση παγκοσμίως όσον αφορά το brain drain, γεγονός που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη δυσκολία διατήρησης εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα.
Παράλληλα, χαμηλές παραμένουν οι επιδόσεις και στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην 61η θέση, στοιχείο που αναδεικνύει τα προβλήματα πρόσβασης των επιχειρήσεων σε κεφάλαια και χρηματοδότηση.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας της χώρας δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση του κόστους κεφαλαίου για επιχειρήσεις και επενδύσεις, με την Ελλάδα να κατατάσσεται στην 60ή θέση στον σχετικό δείκτη.
Σημαντικές αδυναμίες εξακολουθούν να εμφανίζονται και στο επίπεδο των υποδομών, όπου η χώρα παραμένει στην 40ή θέση για τρίτη συνεχόμενη χρονιά.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο θέμα της επιχειρηματικής πολυπλοκότητας. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Επιχειρηματικής Πολυπλοκότητας της TMF Group, η Ελλάδα αναδεικνύεται για τρίτη συνεχόμενη χρονιά ως η χώρα με τη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα παγκοσμίως για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Η συχνή αλλαγή νομοθεσίας, οι συνεχείς ρυθμιστικές παρεμβάσεις και η αδυναμία δημιουργίας σταθερού κανονιστικού περιβάλλοντος συνεχίζουν να αποτελούν σημαντικά εμπόδια για την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς αύξησης επενδύσεων σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Σύμφωνα με τη μελέτη, κατά την περίοδο 2021–2025 ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου αυξήθηκε κατά 21,8% το 2021 και 21,9% το 2022, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφωνόταν στο 4,1% και 2,1% αντίστοιχα.
Ωστόσο, η ανάλυση επισημαίνει ότι η αύξηση αυτή συνδέεται κυρίως με την προσπάθεια αναπλήρωσης του επενδυτικού κενού που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και όχι ακόμη με μια σταθερή παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας σε ευρωπαϊκά επίπεδα.
Παράλληλα, η μελέτη καταγράφει σημαντικές υστερήσεις σε κρίσιμους τομείς όπως η Δικαιοσύνη, η αγορά εργασίας και η χρηματοδότηση, οι οποίοι επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα μετατροπής των επενδύσεων σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Το policy paper συνδέει επίσης την ελληνική εικόνα με τη συζήτηση που έχει ανοίξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά την Έκθεση Draghi και τον σχεδιασμό του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2028–2034.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις ψηφιακές επιδοτήσεις και στην ενίσχυση επενδύσεων, ωστόσο το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας παραμένει ο κατακερματισμός των κεφαλαιαγορών και τα εκτεταμένα ρυθμιστικά εμπόδια.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, σημειώνει ότι η πρόκληση τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Ευρώπη αφορά τη δημιουργία ενός πιο φιλικού περιβάλλοντος για επενδύσεις, καινοτομία και εργασία, με λιγότερη πολυπλοκότητα, καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια και ταχύτερη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.
Η συνολική εικόνα που αποτυπώνεται στη μελέτη δείχνει ότι, παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικά προβλήματα που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα και τη δυνατότητα διατηρήσιμης παραγωγικής ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
imerisia



